Γράφε Ελληνικά και ας είναι και ανορθόγραφα.!!

Σε εποχές που βασιλεύει το ψέμα, η διάδοση της αλήθειας είναι πράξη επαναστατική .

ΔΕΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΩ ΚΑΝΕΝΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙ ΚΑΝΕΙΣ.

«Ἐδῶ ζῆ, ἀναπνέει, πάλλεται, ἰδέα ΕΛΕΥΘΕΡΑ, γενναὶα, αποφασιστική».

Δεδομένου ότι ο σκοπός του παρόντος blog είναι MH ενημερωτικός και καθαρά ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΟΣ, αν σας θίγει καθ'οποιονδήποτε τρόπο, επικοινωνήσετε μαζί μας για να επανορθώσουμε άμεσα. Όλα όσα ακολουθούν είναι προϊόντα της φαντασίας μας ή της δικής σας. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή καταστάσεις είναι ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗ!



Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΧΑΛΕΠΑ

Το πρόσωπο της κοιμωμένης του χαλεπά είναι σμιλεμένο περίτεχνα, δείχνει ήρεμο. Η κοπέλα έχει γείρει στο πλάι, σα να κοιμάται. Είναι ντυμένη για τον ύπνο με το κοριτσίστικο νυχτικό της προσεκτικά κουμπωμένο μέχρι ψηλά στο στέρνο. Τα χέρια της μοιάζουν να είναι ζωντανά ενώ είναι σκεπασμένη με ένα σεντόνι. 
Ο γλύπτης Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων μαρμαρογλυπτών από την Τήνο. Ο πατέρας του και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Το 1877 άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Το επιτύμβιο μνημείο της Σοφής όπως την αποκαλούσαν στο στενό της περιβάλλον παραγγέλθηκε από τον θείο της, ευεργέτη της Κιμώλου. *Η κοπέλα πέθανε το 1873 σε ηλικία 18 χρόνων από φυματίωση και πέρασε στην αθανασία χάρη στη σμίλη του Γιαννούλη Χαλεπά.
Το 1875 ο Χαλεπάς ανοίγει εργαστήριο στην Αθήνα και γνωρίζεται με τον έρωτα της ζωής του, τη Μαριγώ. 2 χρόνια μετά όμως υπέστη νευρικό κλονισμό και χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του. Λέγεται οτι ονειρεύτηκε το άγαλμα της κοιμωμένης, πάνω στο οποιο διαπίστωσε οτι είχε κάνει ένα λάθος. Τα πόδια της κοπέλας στο άγαλμα είναι ελαφρώς λυγισμένα. Όταν όμως αυτά τεντωθούν, τότε προεξέχουν απο το κρεβάτι της. Αυτό το "λάθος" του ήταν η αφορμή να βάλει τέρμα στην ζωή του. Νωρίτερα μια μικρή παρατήρηση της μητέρας Αφεντάκη σχετικά με το σχήμα του προσώπου της κόρης της ήταν αρκετή για να εξαγριωθεί ο καλλιτέχνης, σε τέτοιον βαθμό ώστε να καταστρέψει το κεφάλι του αγάλματος με ένα σφυρί και στην συνέχεια να το ξαναφτιάξει.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη και έτσι αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Το 1901, πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά, η μητέρα του τον πήρε μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού.
Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του, αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του, τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ» των νεοτεριστών καλλιτεχνών. Το 1930 ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα όπου το 1938 άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι της ανηψιάς του στην οδό Δαφνομήλη 35 κάτω από τον Λυκαβηττό.

*Η συγκλονιστική ιστορία της Σοφίας Εφεντάκη που έγινε γλυπτό στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Διαβάστε γιατί αυτοκτόνησε
Στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, ανάμεσα στα πολλά γλυπτά μνημεία, βρίσκεται και η «κοιμωμένη», ένα έργο που έκανε διάσημο τον Τήνιο γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και αθάνατο ένα ρομαντικό και πανέμορφο κορίτσι, την 18χρονη Σοφία, κόρη του Κωνσταντίνου Αφεντάκη, που ζούσε με την οικογένειά της στην οδό Σωκράτους, της Αθήνας.
AdTech Ad
Στα 16 της, (γεννήθηκε το 1860) όλα τα αγόρια ήταν τρελά ερωτευμένα μαζί της και η αθηναϊκή κοινωνία την είχε ανακηρύξει «κόρη των Αθηνών». Καλούσαν την οικογένειά της σε δεξιώσεις, έκλεβε την παράσταση και η εφημερίδες έγραφαν για την παρουσία της «…η εκπάγλου καλλονής Σοφία Αφεντάκη, μετά του κυρίου και της κυρίας Αφεντάκη…». Αυτά δεν τη συγκινούσαν, της ήταν αδιάφορα. Επιζητούσε μονίμως τη μοναξιά και τον ρεμβασμό… Κάποτε, καμιά δεκαριά φοιτητές, όπως ο Μανώλης Καλομοίρης, ο Καλλιφρονάς (έγινε δήμαρχος), ο Λέκκας κ.α., οργάνωσαν εκδήλωση προς τιμήν της Σοφίας, στην ταβέρνα «Τις πταίει» στην οδό Ηφαίστου 53,  που πήρε το όνομά της από το γνωστό άρθρο του Τρικούπη. Οι  νέοι μαζεύτηκαν στην ταβέρνα με τα ποιήματα τους και την περίμεναν για να τα απαγγείλουν.
Η Σοφία τους έστησε και γύρω στα μεσάνυχτα, όταν το γλέντι άναψε, ήρθε η χωροφυλακή και η φοιτητική βραδιά είχε άδοξο τέλος. Τη Σοφία την ερωτεύθηκαν πολλοί, όπως ο γενναίος υπολοχαγός Καλλέργης, με γεμάτο το κορμί του από σφαίρες που «κέρδισε» στο πεδίο της μάχης και μία βαθιά ουλή από μονομαχία για λόγους τιμής. Η κόρη των αθηνών όμως δεν ενέδιδε και δεν την ενδιέφεραν τα φλερτ. Δε συγκινήθηκε ούτε από τον Γάλλο πλωτάρχη Αρνέ, που τον θάμπωσε στην δεξίωση της αμερικανικής πρεσβείας και την επομένη, ενώ έπρεπε να αποπλεύσει με το πολεμικό ιστιοφόρο, προφασίστηκε βλάβη, για να μείνει στην Αθήνα να την ξαναδεί… Δεν την συγκίνησε ούτε το προξενιό με το πλουσιόπαιδο Γιαννάκη Αναστασόπουλο, που της έκανε ο πατέρας της.
 

Το ταξίδι στην Ιταλία

Στις αρχές του 1878 -όπως έγραψε (Ιούλιος 1950) στον «Προοδευτικό Φιλελεύθερο» ο δημοσιογράφος Σπ. Δενδρινός- ο Αφεντάκης φεύγει με τη Σοφία στη Νάπολη, για δουλειές . Με πρόσκληση του δημάρχου, πηγαίνουν στην όπερα, όπου η Σοφία ακούει τις μελωδίες του τενόρου Μάριο Τζοβάνι και ο κόμπος λύνεται. Η Σοφία,τον ερωτεύεται ακαριαία και παράφορα!
Βγαίνουν ένα βράδυ ως αργά, πέφτει στην αγκαλιά του και εκεί  την βρίσκει το πρωί… Γυρίζει αγωνιωδώς στο ξενοδοχείο και ηρεμεί όταν διαπιστώνει ότι δεν είναι εκεί ο πατέρας της, που έλλειπε για δουλειές… Ένα απόγευμα τρέχει να δει τον Μάριο και τότε ο πατέρας της ανακαλύπτει ένα γράμμα του. Ο τενόρος της έγραφε: «ούτε μια στιγμή δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Χθες με αποθέωσαν στην όπερα, μα εγώ έψαχνα εσένα… Και όταν γύρισα στο σπίτι, στη γοητευτική φωλίτσα μας, έκανα όνειρα για μας…». Ο Αφεντάκης γίνεται έξαλλος. Οργισμένος, τον αποκαλεί «παλιάνθρωπο!» και γυρίζει με τη Σοφία αμέσως στην Αθήνα. Ο χωρισμός τους πλέον γίνεται αβάσταχτος. Τις νύχτες η Σοφία δεν κοιμάται, αναζητεί τον Μάριο, του γράφει συνέχεια, χωρίς να παίρνει απάντηση… Δεν τρώει, πέφτει σε μελαγχολία και αποφασίζει να τερματίσει τη ζωή της με δηλητήριο.
 














Στις 28 Νοεμβρίου, βροχερή μέρα, στο προσκέφαλό της, η φίλη της Καλλιρόη Παρρέν την κοιτά δακρυσμένη, καθώς εκείνη ψελλίζει το όνομα του Μάριο. Λίγο μετά παραδίδει το πνεύμα της… Χιλιάδες άνθρωποι την έκλαψαν την επομένη. Ο Αχιλλέας Παράσχος έγραφε: «Η κόρη στο προσκέφαλο την κεφαλή αφήνει. Τα δυο της χέρια τ’ ακουμβά, στ’ αδύνατά της στήθια, και σαν πουλάκι ξεψυχά και σαν πουλάκι σβήνει…». Το τέλος του Μάριο Μετά από ένα δίμηνο, ο Αφεντάκης πηγαίνει στη Νάπολη να βρει το ειδικό «λεπτόκοκκο» μάρμαρο στα λατομεία της Καρέρα, που του ζήτησε ο Χαλεπάς για να φτιάξει το μνημείο της Σοφίας. Στο ξενοδοχείο διαβάζει στην εφημερίδα την τρομερή είδηση: «Εις τον «Λόφον του έρωτος», ηυτοκτόνησεν ο διάσημος τενόρος Μάριο Τζοβάνι…». Ο τενόρος πριν από 6 μήνες  είχε τραυματιστεί σοβαρά, νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο και όταν εξήλθε, βρήκε στο σπίτι όλες τις επιστολές της Σοφίας. Τις διάβασε και  ζήτησε πληροφορίες από την Αθήνα. Όταν του ανήγγειλαν τον θάνατό της,  έθεσε τέρμα στη ζωή του με μία σφαίρα στην καρδιά.